Ποίηση και Μουσική


Κείμενο: Λάμπρος Μητρόπουλος

O Μάνος Τασάκος είναι σπουδαίος συγγραφέας, κριτικός ποίησης μα πάνω από όλα ανήκει σε εκείνους που προσπαθούν για το καλύτερο αυτού του τόπου με ανιδιοτέλεια και αδιάκοπη εργασία. Γνωρίζω ότι ένας βασικός στόχος της ζωής του, είναι η δημιουργία ενός μουσείου νεοελληνικής λογοτεχνίας. Πραγματικά τι εξαίσια ιδέα για τον πολιτισμό μας! Είναι αυτός που το σκέφτηκε, το πρότεινε και εργάζεται εντατικά για αυτό το σπουδαίο σκοπό. Ελπίζουμε να τα καταφέρει.

Με την ευκαιρία του νέου ξεκινήματος του ραδιοφώνου τέχνης του ζήτησα να γράψει κάποιους στοχασμούς σχετικά με τη μουσική τη ποίηση τις τέχνες και τη γλώσσα. 

Τον ευχαριστούμε πολύ. Το κείμενο του ακολουθεί.

Μουσική, ποίηση, τέχνες, γλώσσα,  στοχασμοί 
Μάνος Τασάκος, 

Φωνὲς

Ἰδανικὲς φωνὲς κι ἀγαπημένες
ἐκείνων ποῦ πεθάναν, ἢ ἐκείνων ποῦ εἶναι
γιὰ μᾶς χαμένοι σὰν τοὺς πεθαμένους…
Κάποτε μὲς στὰ ὄνειρά μας ὁμιλοῦνε·
κάποτε μὲς στὴν σκέψη τὲς ἀκούει τὸ μυαλό.
Καὶ μὲ τὸν ἦχο των γιὰ μιὰ στιγμὴ ἐπιστρέφουν
ἦχοι ἀπὸ τὴν πρώτη ποίηση τῆς ζωῆς μας —
σὰ μουσική, τὴν νύχτα, μακρινή, ποὺ σβήνει…

Είναι βεβαίως Καβάφης. Και οι «Φωνές» ένα από τα πλέον γνωστά και αρτιότερα ποιήματά του. Δείχνει απλό, όπως και τα περισσότερα ποιήματα τού Αλεξανδρινού, δείχνει να κινείται σε ένα και μοναδικό επίπεδο, αλλά αυτή είναι η εντύπωση που αφήνει σε όσους δεν έχουν ακόμη μυηθεί στα κατάβαθα τής ποίησής του. Στην πραγματικότητα προσφέρεται για πολυεπίπεδες αναγνώσεις, μα και φιλολογικές μελέτες. Προσέξτε μοναχά τον τελευταίο στίχο και τα σημεία στίξης – κόμματα, (υποστιγμές είναι η φιλολογική τους ονομασία), μετά από κάθε λέξη, έτσι που να αποδίδεται λεκτικά ο μουσικός ήχος που διασπά την βραδινή σιωπή. Και ταυτόχρονα κόμματα που οδηγούν εκείνον που γνωρίζει από απαγγελία, καθώς λειτουργούν καθοδηγητικά, η φωνή που απαγγέλει το ποίημα θα πρέπει να ακολουθήσει τις παύσεις και σταδιακά να χαμηλώνει τον τόνο, αποδίδοντας τον ήχο που σιγά-σιγά σβήνει και χάνεται.

Αυτό το ποίημα, αυτό το ποίημα των εννέα στίχων, (καθώς βεβαίως και ο τίτλος στίχος είναι), ο τελειομανής Καβάφης θα χρειασθεί περίπου εννέα χρόνια για να το φέρει στην τελική του μορφή και να αποφασίσει την δημοσίευσή του. Εάν βλέπατε την αρχική δημιουργία θα καταλαβαίνατε αμέσως τον λόγο. Εκείνο το πρώτο ποίημα με τον τίτλο «Φωναί» τού 1894 είναι στεγνό, άνευρο, σε σκληρή καθαρεύουσα, κάθε λυρισμός δείχνει ψεύτικος, κατασκευασμένος από άψυχο υλικό. Η μεταμόρφωση μέσα σε εννέα χρόνια είναι εκπληκτική, το ίδιο και το τελικό αποτέλεσμα. Θα ξεφεύγαμε από το θέμα μας εάν αναλύαμε παραπάνω αυτήν την εξέλιξη, που όμως έτσι και αλλιώς έχει εξαιρετικό λογοτεχνικό και φιλολογικό ενδιαφέρον.

Οι «Φωνές» τού Καβάφη είναι ένα από τα  πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα, (τουλάχιστον στην  νεοελληνική ποίηση), που καταδεικνύει την κατά περίπτωση σύγκραση ποίησης και μουσικής, την συγγένεια των δύο καλών τεχνών, την σχέση τους που όταν είναι επιτυχημένη αυτονομείται και δημιουργεί αποτέλεσμα ανεξάρτητο και μοναδικό. Προσέξτε το σημαντικό, ο Καβάφης δεν πραγματεύεται αυτό το θέμα, την σχέση δηλαδή τής ποίησης με την μουσική. Κι όμως υποσυνείδητα την αποκαλύπτει, κι όμως ασυνείδητα την φανερώνει.

Δείτε το λεξιλόγιο – «φωνές», «ήχο των», «ήχοι», «μουσική», «ακούει», το ποίημα είναι γεμάτο από λέξεις που παραπέμπουν στην μουσική. Δείτε επίσης και το τελευταίο δίστιχο, το πώς δηλαδή στην συνείδηση τού Καβάφη η «πρώτη ποίηση τής ζωής μας», (εκείνη δηλαδή η πρωτόγνωρη, η παρθενική), συμπλέκεται με την μουσική, την ακαθόριστη μελωδία, εκείνη την συγκεχυμένη που σιγά-σιγά εξαφανίζεται, έτσι όπως κάθε τι το παρθενικό και το γεμάτο συναίσθημα εξαφανίζεται με την ενηλικίωση.

Οι κοινοί τόποι μουσικής και ποίησης

music and poetry 1

Ας μην καταφύγουμε στα τετριμμένα για να αποδείξουμε την σχέση μουσικής και ποίησης, προσωπικά αυτήν την σχέση την θεωρώ αυταπόδεικτη. Μία απλή περιδιάβαση στα ποιητικά τής αρχαιότητας αποκαλύπτει εύκολα την σχέση λύρας και λυρισμού, την συγγενική ετυμολογία των λέξεων, το πρωτεϊκό τής ποίησης σε σχέση με τον πεζό λόγο, τις ραψωδίες και πολλά ακόμη παρόμοια. Αυτά μοναχά από την Ελληνική αρχαιότητα, καθώς ανάλογα παραδείγματα υπάρχουν πολλά και σε αλλόγλωσσους πολιτισμούς.

Η ανάγνωση αυτού τού κειμένου θα γινόταν ιδιαίτερα δύσκολη, εάν αποφασίζαμε να μπούμε βαθύτερα σε γλωσσολογικά φαινόμενα που παραπέμπουν στην μελωδία. Ας περιοριστούμε στα απλούστερα, δείτε για παράδειγμα πώς περιγράφει η γλωσσολογία τον όρο «τονισμός» και το συνεπακόλουθό του, τον όρο «επιτονισμός».

Ο τονισμός είναι ένα φωνολογικό φαινόμενο το οποίο προβάλλει ένα από τα φωνήεντα της λέξης, ξεχωρίζοντάς το με αυτόν τον τρόπο απ’ όλα τα υπόλοιπα φωνήεντα της ίδιας λέξης.  Υπάρχουν δύο είδη τονισμού, ο δυναμικός και ο μουσικός. Με τον δυναμικό τονισμό το φωνήεν που παίρνει τον τόνο αρθρώνεται με μεγαλύτερη έμφαση σε σχέση με τα υπόλοιπα φωνήεντα της λέξης, ενώ στις γλώσσες με μουσικό τονισμό, οι τόνοι χαρακτηρίζονται από το πώς ανεβοκατεβαίνει η φωνή του ομιλητή. (www.greek-language.gr, Οι υπογραμμίσεις δικές μου).

Μελοποιημένη ποίηση, κέρδη και ζημίες…

music and poetry 9

Για να το πούμε απλά, ακόμη και απλοϊκά αν θέλετε, για να γενεί κατανοητό από τον καθένα. Όταν η γλώσσα πρέπει να ξεφύγει από τα τετριμμένα τής καθημερινότητας, όταν θέλει να εκφράσει με τρόπο έντονο ένα συναίσθημα, την χαρά, την λύπη, την οδύνη, τον θυμό και άλλα παρόμοια, τότε ξεκινά και η συνάντησή της με την μελωδία, τον ρυθμό, την μουσική. Και ακριβώς σ’ αυτό το σημείο συνάντησης, εκεί δηλαδή που επισυμβαίνει η τομή, ξεκινά και η κοινή ορολογία – μέτρο, ρυθμός, τονισμός, είναι λέξεις κοινές τόσο για την ποίηση όσο και για την μουσική.

Για τους περισσότερους ανθρώπους, το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα συνάντησης ποίησης και μουσικής, είναι όταν η πρώτη μελοποιείται από την δεύτερη. Οι περισσότεροι επίσης πιστεύουν ότι αυτή η συνάντηση είναι πολύ περισσότερο επιτυχημένη όταν το ποίημα είναι ομοιοκατάληκτο, περισσότερο εύπεπτο, πιο εύκολο στην απομνημόνευση ή και την αποστήθιση. Υπάρχει μία αλήθεια σ’ αυτήν την εδραιωμένη πεποίθηση. Ταυτόχρονα όμως υπάρχει και μία παγίδα που παραπέμπει σ’ αυτό που λέμε ευκολία, ρηχότητα, κακοποίηση τού στίχου. Ταυτόχρονα πρόκειται για μία αντίληψη η οποία μάς παραπέμπει άμεσα στο ζήτημα τής ποιότητας, τόσο τού στίχου, όσο και τής μουσικής που τον μελοποιεί.

Ας ξεκινήσουμε με ένα πρώτο παράδειγμα. Το «Άξιον Εστί» ο Ελύτης το ολοκλήρωσε το 1959. Πρόκειται για μία ποιητική σύνθεση με μικτή στιχοπλοκή, αλλού δηλαδή καταφεύγει στο ομοιοκατάληκτο και αλλού στον ελεύθερο, αλλά πάντως έντονα ρυθμικό στίχο. Πρόκειται για δύσκολο ποιητικό έργο σε μια δύσκολη εποχή. ΟΙ πωλήσεις τού βιβλίου απογοητευτικές, έως το 1963 που ο Θεοδωράκης παρουσιάζει την ομώνυμη μουσική σύνθεση. Οι πωλήσεις τού βιβλίου απογειώνονται. Και άξαφνα, ένα ποίημα ακατανόητο για τους περισσότερους, γίνεται κτήμα όλων, άνθρωποι ακόμη και αγράμματοι, κυριολεκτικά ή και ποιητικά, τραγουδούν τους παρακάτω στίχους.

Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ
και μυρσίνη εσύ δοξαστική
μη, παρακαλώ σας, μη           
λησμονάτε τη χώρα μου.

Δείτε εδώ πώς διαψεύδεται η ευκολία τού ομοιοκατάληκτου. Ο στίχος έχει ακόμη και ποιητικά «ελαττώματα», όπως για παράδειγμα ο διασκελισμός στον τρίτο στίχο, δεν υπάρχει ομοιοκαταληξία κι όμως, η μελοποίηση αυτή μάς έδωσε ένα από τα σημαντικότερα έργα στην νεοελληνική μουσική ιστορία.

Ένα δεύτερο παράδειγμα που θα μάς βοηθήσει στα τελικά μας συμπεράσματα για την συνάντηση και σύγκραση μουσικής και ποίησης, είναι η μελοποίηση πάλι από τον Θεοδωράκη τού ποιήματος τού Σεφέρη «Άρνηση» από την πρώτη ποιητική συλλογή τού ποιητή «Στροφή». Πασίγνωστοι βεβαίως οι στίχοι.

“…Με τι καρδιά, με τι πνοή
τι πόθους και τι πάθος
πήραμε τη ζωή μας· λάθος!
Κι αλλάξαμε ζωή…”.

Ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα ποιητικής και γλωσσικής ακρίβειας, είναι αυτή η περιβόητη άνω τελεία στον τρίτο στίχο. Είναι γνωστός ο φόβος τού Σεφέρη για την  απόδοσή της, γνωστή επίσης και η προτροπή προς τον Θεοδωράκη να επιβάλλει παύση στον τραγουδιστή στο σημείο εκείνο. Ο Θεοδωράκης το προσπάθησε, αλλά οι ίδιοι οι κανόνες τής μουσικής το προσπέρασαν. Το αποτέλεσμα είναι παράδοξο. Ο ποιητής έγραψε τους στίχους για να αποδώσει συγκεκριμένο νόημα, ενώ ο κόσμος τραγουδά το ποίημα με εντελώς διάφορο νόημα από το αρχικό. Η ακόμη, αν θέλετε, ρωτήστε κάποιον από αυτούς που τραγουδούν το άξιον εστί – τι σημαίνει «τής δικαιοσύνης ήλιε νοητέ;» Το πιθανότερο είναι ότι δεν θα λάβετε απάντηση. Κι όμως αυτόν τον στίχο τον ενσωματώνει στην μουσική του αισθητική ακόμη και εκείνος που αγνοεί την βαθύτερη ερμηνεία του.

Δύο συμπεράσματα λοιπόν εδώ που τα νομίζω ιδιαίτερα σημαντικά. Το πρώτο σχετίζεται με την ποιότητα των δύο καλών τεχνών που προσπαθούν να ενωθούν. Για να έχουμε λοιπόν επιτυχημένη ένωση, για να έχουμε επιτυχημένο αποτέλεσμα, θα πρέπει και τα δύο μέρη να χαρακτηρίζονται από εξαιρετική ποιότητα. Καμία κακή ποίηση δεν μπορεί να βελτιωθεί από ένα καλό μουσικό θέμα και καμία μελωδία δεν μπορεί να γενεί καλύτερη από έναν άξιο στίχο. Παραδείγματα ενώσεων «παρά φύσιν» υπάρχουν άφθονα και πλέον ξεκουράζονται στα σκονισμένα ράφια των μουσικών βιβλιοπωλείων.

Το δεύτερο συμπέρασμα και κατά την γνώμη μου το σημαντικότερο. Η ένωση ποίησης και μουσικής δεν διατηρεί στο ακέραιο την αυτονομία των μερών, αλλά παράγει αποτέλεσμα νέο,  αυτόνομο, αυθύπαρκτο και εν πολλοίς ανεξάρτητο των αρχικών προθέσεων των δημιουργών. Πρόκειται για μία μεταλλαγή που αποδυναμώνει κυρίως και συνήθως το ποιητικό έργο, καθώς τις περισσότερες φορές είναι και το πλέον απαιτητικό στην κατανόησή του και άρα το πλέον δύσκολο στην αφομοίωσή του.  Ταυτόχρονα και το πλέον ευάλωτο σε παραλλαγές. Είναι χιλιάδες τα τραγούδια που διατηρούν την μελωδία τους σε βάθος χρόνου, μα και άλλα τόσα τα ποιήματα που έχουν αλλοιωθεί οι στίχοι τους μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα.

Είναι άραγε τέτοιο το μέγεθος τής αυτονομίας τού παραγόμενου έργου, ώστε να μιλάμε για δέκατη τέχνη; Οι ειδικοί απαντούν αρνητικά, καθώς, όσο και εάν το αποτέλεσμα τής ένωσης διεκδικεί αυτονομία, δεν παύει να μην είναι πρωτεϊκό, δεν παύει να στηρίζεται και να εκπορεύεται από προϋπάρχοντα υλικά. Πρόκειται πάντως για ερώτημα κάπως ακαδημαϊκό που δεν έχει και πολλή σημασία για την ουσία των πραγμάτων. Για να είμαστε δίκαιοι, η σύγκραση καλών τεχνών είναι υπόθεση δύσκολη, απαιτητική και απαιτεί ικανότητες θηριώδεις, ακριβώς για να μην διαψεύδεται από την ένωση αυτή κανένα από τα δύο  μέρη. Είναι γνωστό ότι υπάρχουν χιλιάδες λογοτεχνικά έργα που κακοποιήθηκαν από την έβδομη Τέχνη και ελάχιστα εκείνα που κατάφεραν να ξεπεράσουν την δύναμη τού κειμένου. Το είπαμε και πριν – η λογοτεχνία και ιδιαίτερα η ποίηση είναι πάντα ο αδύναμος κρίκος όταν πρόκειται να συναντηθεί με κάποια άλλη τέχνη.

…Και ποίηση που αρνείται να γενεί τραγούδι

music and poetry 2

Όμως, πάντα υπάρχει ένα όμως. Μπορούν όλα τα ποιήματα να ενωθούν με την μουσική, να συναντηθούν μαζί της, να δώσουν άρτιο αποτέλεσμα; Υπάρχουν κείμενα που διαθέτουν τόσο έντονη αυτονομία, έτσι ώστε κάθε απόπειρα συμβίωσης με άλλες τέχνες να καθίσταται αδύνατη; Και αντίστροφα – υπάρχουν άραγε μουσικές δημιουργίες που μεγαλουργούν μοναχές και έρημες και ακόμη και ένας καλός στίχος δεν προσθέτει τίποτα στην αξιοσύνη τους;

Θα απαντήσω μοναχά για την ποίηση που γνωρίζω. Ναι, υπάρχουν ποιήματα, (πάντα αναφερόμαστε στην νεοελληνική ποίηση), που είναι αδύνατον να μελοποιηθούν, ή, για να το πούμε διαφορετικά, κάθε απόπειρα μελοποίησης θα επέφερε την νοηματική καταστροφή τους. Ακούγεται κατηγορηματική η διαπίστωση και μάλλον θα παραμείνει έτσι, τουλάχιστον μέχρι να γεννηθεί ο συνθέτης εκείνος με τις ξέχωρες, πρωτότυπες και πολύ ιδιαίτερες ικανότητες.

Είναι αδύνατον να μελοποιηθεί ο Παπατζώνης. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποδοθεί μουσικά ο Καρυωτάκης. Ένα μεγάλο μέρος τού Ελύτη επίσης. Μήτε τα πεζόμορφα τού Ρίτσου. Για τον Ζερβό ούτε συζήτηση. Ορισμένα τού Πατρίκιου, με κάθε επιφύλαξη. Του Αναγνωστάκη; Μόνο κάποια που έγραψε με ψευδώνυμο, τα βαθύτερά του έχουν τέτοια μικτή στιχοπλοκή που θα δυσκόλευαν και τον ικανότερο συνθέτη. Ευκολότεροι οι Παλαμάς και Σολωμός, κυρίως λόγω τού ομοιοκατάληκτου στίχου, αλλά και πάλι ο μουσουργός θα πρέπει να καταφύγει σε παρατονισμούς και αλλοιώσεις για να ισορροπήσει το αποτέλεσμα. Για τον Λεοντάρη; Προσφέρεται για μπαλάντες, αλλά η μπαλάντα είναι δύσκολο είδος και επιπλέον θα πρέπει να μείνει «πίσω» από το ποίημα για να έχουμε ευτυχές αποτέλεσμα. (Ακόμη και  η μελοποίηση τής Ομίχλης από την Αρλέτα που το πέτυχε αυτό, αναγκάστηκε για λόγους εμπορικούς να «θυσιάσει» την καλύτερη στροφή τού ποιήματος).  Καβάφης; Αρνητικό, αλλά για άλλον λόγο, είναι τέτοια η θεατρικότητα των ποιημάτων τού Αλεξανδρινού και τέτοια η εικονοποιία του, που ήδη μπορούμε να μιλάμε για συνάντηση δύο τεχνών στους στίχους του.

Εάν αυτή η κατηγορηματική διαπίστωση αληθεύει, οδηγούμεθα σε ένα ακόμη συμπέρασμα, βεβαίως με κάθε επιφύλαξη, άλλωστε η φιλολογία και η μουσική δεν είναι μαθηματικά με αξιώματα και βεβαιότητες. Όταν λοιπόν ένα δημιούργημα υπερβαίνει το κοινό μέτρο, όταν η ποιότητά του ξεπερνά τα παγκοίνως γνωστά και αποδεκτά, τότε αυξάνεται και η αυτονομία του και η μοναχικότητά του. Ας προσπαθήσουμε να το πούμε διαφορετικά. Όσο πιο μοναδικό είναι ένα ποιητικό έργο, όσο πιο βαθύ νοηματικά, τόσο απομακρύνεται και η πιθανότητά του να συναντηθεί με την μουσική, καθώς αυτή η συνάντηση θα τού αφαιρέσει και βάθος και ποιότητα. Υποθέτω και αντιστρόφως το ίδιο ισχύει και για την μουσική.

Και σ’ αυτό ακριβώς το σημείο ξεκινά ο πανάρχαιος προβληματισμός. Είναι προς όφελος τής ποίησης η μελοποίησή της; Δικαιούται ένας συνθέτης να κάνει ευρύτερα γνωστή την δική του νοηματική πρόσληψη από ένα ποίημα; Δεν είναι καλύτερα, (και αυτό είναι το επιχείρημα των περισσοτέρων), οι στίχοι τού Ελύτη ή τού όποιου ποιητή να ξεφύγουν από την ελίτ μιάς χούφτας ανθρώπων και να γενούν κτήμα χιλιάδων ή και εκατομμυρίων ανθρώπων;

Πρόκειται για ερώτημα σημαντικό, που όμως δυστυχώς ξεφεύγει από το πεδίο των δύο καλών τεχνών και μεταφέρει τον προβληματισμό στον χώρο τής ευρύτερης παιδείας, τής ποιητικής και μουσικής εκπαίδευσης. Και παρόλο που έχω δεχθεί επικρίσεις για την άποψη μου αυτή θα το ξαναπώ – η καλή ποίηση, όπως και η καλή μουσική απαιτούν εκπαιδευμένο κοινό. Δεν αγαπάς την όπερα με το πρώτο άκουσμα, στον αμύητο ο ήχος της μπορεί να είναι και ανυπόφορος. Δεν ξεκινάς την επαφή σου με την ποίηση από τον Παπατζώνη ή τον Ελύτη, γιατί τότε το πιθανότερο είναι να μην ξαναπιάσεις στα χέρια σου ποιητικό βιβλίο στον αιώνα τον άπαντα. Για να εκτιμηθούν τα αξιότερα και τα άριστα αυτών των δύο καλών τεχνών, θα πρέπει να προηγηθεί εκπαίδευση, όχι μοναχά με την στενή έννοια τού όρου, αλλά κυρίως με την δημιουργία κοινωνικών αναφορών που θα προκρίνουν την ποιότητα, την αξιοσύνη, την κρίση. Ο «εκπαιδευμένος» αναγνώστης είναι σε θέση και να προσλάβει τα νοήματα τού Ελύτη και να εκτιμήσει ταυτόχρονα το αποτέλεσμα τής μελοποίησής του, δίχως να ακυρώσει την ποιότητα κανενός από τα δύο έργα. Μπορεί να ξεχωρίσει από τον στίχο το μουσικό μοτίβο και να το εκτιμήσει αναλόγως. 

Ο θάνατος τού κριτικού λόγου

music and poetry 3

Αυτός ο συλλογισμός μάς φέρνει στο σημερινό μέγα πρόβλημα τής Τέχνης συνολικά και αυτό δεν είναι άλλο από την ουσιαστική κατάργηση τής κριτικής και ιδιαίτερα εκείνης τής επικριτικής. Κάθε κρίση είναι πλέον απαγορευμένη, το κριτήριο είναι πλέον ατομικό, προσωπικό, αυτό που εντελώς χυδαία ονομάζουμε «γούστο». Ο απόλυτος υποκειμενισμός. Εάν ο Πάουντ ή ο Καρυωτάκης δεν μού αρέσουν , τόσο το χειρότερο γι’ αυτούς. Εάν ο Bach μού χαλά την διάθεση, σιγά μην ασχοληθώ με την κατανόησή του. Όσο ο Ελύτης συνοδεύει στιχουργικά τον Θεοδωράκη, πάει καλά, αλλά σιγά μην αγοράσω και την ποιητική συλλογή του και σπαταλήσω τον χρόνο μου για να προβληματιστώ. 

Μία ολάκερη κοινωνία, (και ανάμεσά τους δυστυχώς πολλοί «πνευματικοί» άνθρωποι), προσπάθησαν επί χρόνια να επιβάλλουν αυτήν την δικτατορία τού προσωπικού γούστου. Αυτήν την εγωιστική αντίληψη τής Τέχνης. Και το κατάφεραν με το παραπάνω. Εάν σήμερα γεννηθεί ένας νέος Καρυωτάκης ή Σεφέρης και βάλουν τους στίχους τους στα κοινωνικά δίκτυα, ή ακόμη και εάν καταφέρουν να τους εκδώσουν, εστέ βέβαιοι ότι ουδείς θα αντιληφθεί την διαφορά με τα στιχάκια τού σωρού. Όσο για την μουσική όπου η πρόσληψη είναι κατά πολύ αμεσότερη, οποιοσδήποτε προσπαθήσει να παρουσιάσει κάτι πιο απαιτητικό από τα τραγουδάκια τής σειράς, να είστε επίσης βέβαιοι ότι είναι καταδικασμένος σε ένα ακροατήριο αίθουσας μικρής και υπόγειας.

Σε πρόσφατο κείμενό μου με τον τίτλο «Οι συγγείτονες τής εθνικής μελαγχολίας», έγραφα ότι στην Ελλάδα τρία μοναχά πρόσωπα από διαφορετικά πεδία τής Τέχνης, μπόρεσαν να κατανοήσουν την ματαιοπονία τής τελειότητας, ο Χατζιδάκις στην μουσική, ο Χορν στο θέατρο και ο Καρυωτάκης στην λογοτεχνία. ‘Όταν ο Χατζιδάκις σε συνέντευξή του απαξίωνε τα «εύκολα» τραγούδια που είχε γράψει για τον κινηματογράφο και που εμείς τα θεωρούμε αριστουργήματα, δεν το έκαμε από ελιτισμό ή από επιτηδευμένη ταπεινοφροσύνη. Το έκανε γιατί ήρθε αντιμέτωπος με τον χαώδη κόσμο τής τέχνης του, με τις βαθύτερες ποιότητές της, με τις απαιτήσεις της, το μεγαλείο της. Κριτής τού ίδιου τού εαυτού του, κατάλαβε πως ο δρόμος για το καλύτερο, το άξιο, το άριστο, δεν τελειώνει ποτέ, δεν εξαντλείται και κάθε προσπάθεια μετά από λίγα χρόνια αποδεικνύεται λίγη, ημιτελής, ξεπερασμένη. Μία Σισύφειος πορεία, ένας κόπος που δεν τελειώνει και κατατρώει τον δημιουργό, τον κάμει να νοιώθει φτηνός και εύκολος απέναντι στο ίδιο το έργο του.

Οπωσδήποτε η μελοποίηση δεν είναι και η μοναδική επαφή που μπορεί να γεννηθεί ανάμεσα στην μουσική και την ποίηση. Θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι η αξιόλογη τέχνη δεν είναι κλεισμένη σε κουτάκια, δεν είναι περιχαρακωμένη και δεν έχει όρια επιρροής. Η αλληλεπίδραση αποτελεί μία καθημερινότητα στο πεδίο των τεχνών. Ο συνθέτης μελοποιεί ένα συγκεκριμένο ποίημα γιατί οι στίχοι του λειτούργησαν ως πυροδοτήσεις στην δημιουργικότητά του, κάτι αφύπνισαν, κάπως ενέπνευσαν. Ανάλογες οι πυροδοτήσεις τού ποιητή. Παλαιότερα με τα λιγοστά τεχνικά μέσα, οι ποιητάδες συνομιλούσαν με την φύση και τους ήχους της, άκουγαν τα τραγούδια στις ρούγες τής κάθε γειτονιάς, έστηναν αυτί στις ντοπιολαλιές τής κάθε γειτονιάς, αντλούσαν έμπνευση από ήχους κάθε λογής, από την έκφραση τού συναισθήματος με κάθε τρόπο. Σήμερα γνωρίζω αρκετούς που δεν μπορούν να ξεκινήσουν καν το γραπτό τους εάν μία μουσική σύνθεση δεν ερεθίσει την συνείδηση και το συναίσθημά τους. Όποιος διαθέτει παιδεία και παλεύει σ’ όλη του την ζωή για ένα καλύτερο αισθητικό αποτέλεσμα, μπορεί και αντλεί και από τις όμορες τέχνες, ο ζωγράφος από την μουσική, ο ποιητής από ένα όμορφο χορευτικό, ο γλύπτης από ένα καλό ποίημα. Από τούτη την αέναη αλληλοεπίδραση έχουν γεννηθεί έργα άξια και πολυσήμαντα.

Τέλος, το περιβάλλον, η εποχή, η εκάστοτε παιδεία, τα εκάστοτε προτάγματα μιάς κοινωνίας. Η ελληνική κοινωνία δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα φιλική προς την Τέχνη κάθε λογής και δεν αναφέρομαι μοναχά στις ανώμαλες πολιτικά περιόδους, όπου κάθε τι το πνευματικό θεωρούνταν αυτομάτως εχθρικό προς την εξουσία. Αναφέρομαι στην κοινωνία εν συνόλω. Αρκεί να παρατηρήσετε τις αξιόλογες κατά τα λοιπά κωμωδίες τού ασπρόμαυρου κινηματογράφου. Ο ποιητής, ο συνθέτης, ο ζωγράφος, ο χορευτής, δεν είναι παρά καρικατούρες φτωχών, σχεδόν εξαθλιωμένων ανθρώπων, που ζουν από την ελεημοσύνη των άλλων. Τον ποιητή τον βάζουν να γράφει στιχάκια για σχολικές εκδηλώσεις, τον συνθέτη τον πιέζουν να εγκαταλείψει την σύνθεση κλασικής μουσικής και να εργαστεί σε μουσική λαϊκή ταβέρνα, τον ζωγράφο τον βάζουν να φτιάξει την πινακίδα τού μαγαζιού με αντάλλαγμα ένα πιάτο φαγητό. Και πράγματι, παρά τις υπερβολές, αυτή η εικόνα δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Δεν είμαι βέβαιος εάν φταίει το ότι η χώρα δεν είχε ποτέ τον δικό της διαφωτισμό, εάν φταίει η πολύχρονη υποδούλωση στην ανατολίτικη ραθυμία ή το κατοχικό σύνδρομο. Σημασία έχει ότι οι τέχνες στην Ελλάδα, (και φυσικά οι τεχνίτες τους) βιώνουν μία ιδιότυπη εξορία, μία ιδιαίτερη απομόνωση. Όσο υπηρετούν τα καθιερωμένα, όσο φέρνουν Νόμπελ, όσο με άλλα λόγια λειτουργούν μέσα στο αποδεκτό κοινωνικό πλαίσιο, μπορεί και να γένονται ανεκτές. Και το κυριότερο – ποτέ δεν μπολιάζεται η παιδεία και η κοινωνία ολάκερη με μία διαφορετική αισθητική, με διαφορετικές ιεραρχήσεις. Ποια κοινωνία θα είχαμε άραγε εάν η ποιητική πολεμική κατά του μικροαστισμού τού Καρυωτάκη διδάσκονταν στα σχολειά; Τι πολίτες θα είχαμε σε μια εικοσαετία, εάν, αντί για τα άνευρα και άνοστα τού Παλαμά διδάσκονταν ο στίχος του «…Γιούχα και πάντα γιούχα των πατρίδων…»; Πόσο πιο συμβιβασμένοι και συμφιλιωμένοι με τον θάνατο και την φθορά θα είμασταν, εάν τα βαθύτερα τού Παπατζώνη απασχολούσαν τις τελευταίες τάξεις τού Λυκείου; Και πόσο πιο «φωτισμένη» κοινωνία θα είχαμε σε λίγα χρόνια, εάν γενικότερα η τέχνη δεν αντιμετωπίζονταν ως πάρεργο ή παραπλήρωμα, αλλά ως βασική ύλη για την διαμόρφωση συνειδήσεων, την ανάπτυξη κριτικού πνεύματος, τον βαθύτερο στοχασμό; 

Λίγο ακόμα, να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα…

music and poetry 7

Ας μιλήσουμε και λίγο για το αυτονόητο, για να μην νομίσει κανείς ότι το ξεπερνάμε ελαφρά τη καρδία. Παρά τις διαφορές τους, (και είναι και πολλές), ποίηση και μουσική προσπαθούν από διαφορετικούς δρόμους και με διαφορετικά μέσα να φτάσουν στο ίδιο αποτέλεσμα, την εκτόνωση δηλαδή τού προαιώνιου φόβου τής φθοράς και τού θανάτου. Βεβαίως και στην αισθητική απόλαυση. Στην έκφραση των πιο γνήσιων, των βαθύτερων συναισθημάτων. Πρόκειται για πεδία χαώδη, μπροστά τους κάθε δημιουργός απομένει μικρός και αμήχανος.

Θα ρωτήσει κανείς και δικαίως – και η διασκέδαση; Η λεγόμενη ψυχαγωγία; Θα πρέπει να περνούμε όλη μας την ζωή φιλοσοφώντας επάνω στους στίχους κάποιου ποιητή; Η θα πρέπει να ερχόμαστε στο κέφι με Beethoven, Bach και Antonioni;

Βεβαίως και όχι, απλώς θα πρέπει να γνωρίζουμε και να ξεχωρίζουμε ποιότητες και να έχουμε επίγνωση τού ειδικού βάρους που διαθέτει η καθεμία από αυτές. Βεβαίως και θα διαβάσουμε άρλεκιν στην παραλία, το πρόβλημα ξεκινά όταν πιστέψουμε ότι αυτή είναι η καλή λογοτεχνία και ότι αυτό μοναχά μπορεί να μάς προσφέρει, ότι αυτά είναι τα όριά της. Το πρόβλημα είναι όταν πιστεύουμε ότι οι λαρυγγισμοί στα μαγαζιά τής παραλιακής είναι η μουσική που μας αξίζει. Όταν δεν κάνουμε καμία προσπάθεια να προσεγγίσουμε ποιότητες που μπορούν με πολύ πιο άξιο τρόπο και να μάς παρηγορήσουν, και να μάς προβληματίσουν, και να δώσουν απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα τού βίου. Με άλλα λόγια το πρόβλημα είναι όταν η αισθητική μας έχει χαμηλώσει τόσο πολύ το μέτρο τής αξιοσύνης, που αποκλείει από την καθημερινότητά μας μας κάθε τι το βαθύτερο, το ποιοτικό, το εύγευστο, το ευώδες.

Το πιθανότερο βεβαίως είναι πως ματαιοπονούμε. Μία τεράστια πλειονότητα στην Ελληνική κοινωνία έχει αποφασίσει πως δεν τής πρέπει το βαθύτερο, επιλέγει το δισδιάστατο, το ρηχό, το ασήμαντο και το εύπεπτο. Κάθε τι που απαιτεί κόπο στην προσέγγιση και κατανόησή του εξοβελίζεται. Κάθε τι που δεν εξυπηρετεί το προσωπικό συμφέρον και την οικονομία περιορίζεται, αποστραγγίζεται, αποχυμώνεται. Το νέο μοντέλο ενός κινητού τηλεφώνου ή ενός αυτοκινήτου, είναι απείρως πιο σημαντικά πράγματα για την ζωή, από ότι η γνώση, η παιδεία, η αισθητική, η συμπεριφορά και η ευγένεια σε δημόσιο χώρο.

Κι όμως. Σε καμία κοινωνία και σε καμία περίοδο τής Ιστορίας, οι συνειδήσεις δεν φτιάχτηκαν με τα υλικά μέσα, όσο αναπτυγμένα, όσο τελειοποιημένα και αν ήσαν αυτά. Συνειδήσεις διαμόρφωνε πάντοτε η παιδεία, ο πολιτισμός, το καλό κείμενο, η καλή μουσική, η τέχνη. Να φτιάξουμε σύγχρονα κτήρια για σχολειά, να τα γεμίσουμε με υπολογιστές και με όλα τα σύγχρονα μέσα. Βεβαίως και πρέπει, βεβαίως και απαραίτητα. Εάν όμως δεν τα γεμίσουμε με δασκάλους όλο φλόγα, εάν δεν αποφασίσουμε ως κοινωνία πως τα πρωτεύοντα είναι στο πνεύμα και όχι στην ύλη, τότε έχουμε απλώς ξοδέψει χρήματα και χρήματα είναι το μόνο που θα πάρουμε πίσω.

Θα κλείσω το κείμενο με Πολέμη. Δεν είναι από τους πιο σημαντικούς ποιητές μας, το ποίημα δεν διεκδικεί αριστεία, η αλληγορία του προκύπτει κάπως εκβιαστικά και η τελευταία στροφή καταπίπτει στην κοινοτοπία, ενώ θα μπορούσε να απογειώσει το ποίημα. Καταδεικνύει όμως και μάλιστα από ένα ποιητή άλλης εποχής και σήμερα ξεχασμένο, την συγγένεια των λέξεων με τους μουσικούς φθόγγους, την δύναμη τής ποιητικής εικόνας, την παιδεία που κουβαλούσαν οι παλαιότεροι ποιητές, ακόμη και εάν το τάλαντό τους δεν ήταν από τα μεγαλύτερα. Παρά τα ελαττώματά του το ποίημα έχει καλή τεχνική, δωδεκασύλλαβο στίχο, καλό μέτρο και ρυθμό. Ο Ρίτσος έχει δηλώσει ότι το ποίημα αυτό τον επηρέασε σε μεγάλο βαθμό. Μπορώ να αντιληφθώ το γιατί και θα είχαμε να πούμε πολλά πάνω σ’ αυτό.  Αλλά ας μην ξεστρατίσουμε και σε άλλες ποιητικές αναλύσεις, ίσως σε κάποιο άλλο κείμενο. Και μην περιφρονείτε τους παλαιούς ποιητές, δεν είναι αλλοκαιρινοί όπως τους νομίζετε, δεν είναι ξεπερασμένοι. Με λίγη προσπάθεια μπορείτε να αντλήσετε από αυτούς απόλαυση σε γλώσσα, νοήματα, αισθητική, ρυθμό και συμμετρία.

Τὸ παλιὸ βιολί

Ἄκουσε τ᾿ ἀπόκοσμο τὸ παλιὸ βιολὶ
μέσα στὴ νυχτερινὴ σιγαλιὰ τοῦ Ἀπρίλη
στὸ παλιὸ κουφάρι του μιὰ ψυχὴ λαλεῖ
μὲ τ᾿ ἀχνὰ κι᾿ ἀπάρθενα τῆς ἀγάπης χείλη.

Καὶ τ᾿ ἀηδόνι τ᾿ ἄγρυπνο καὶ τὸ ζηλευτὸ
ζήλεψε κι ἐσώπασε κι ἔσκυψε κι ἐστάθη
γιὰ νὰ δεῖ περήφανο τί πουλὶ εἶν᾿ αὐτὸ
ποὺ τὰ λέει γλυκύτερα τῆς καρδιᾶς τὰ πάθη.

Ὡς κι ὁ γκιώνης τ᾿ ἄχαρο, τὸ δειλὸ πουλί,
μὲ λαχτάρ᾿ ἀπόκρυφη τὰ φτερὰ τινάζει
καὶ σωπαίνει ἀκούγοντας τὸ παλιὸ βιολί,
γιὰ νὰ μάθει ὁ δύστυχος πῶς ν᾿ ἀναστενάζει.

Τί κι ἂν τρώει τὸ ξύλο του τὸ σαράκι; τί
κι ἂν περνοῦν ἀγύριστοι χρόνοι κι ἄλλοι χρόνοι;
Πιὸ γλυκιὰ καὶ πιὸ ὄμορφη καὶ πιὸ δυνατὴ
ἡ φωνή του γίνεται, ὅσο αὐτὸ παλιώνει.

Εἶμ᾿ ἐγὼ τ᾿ ἀπόκοσμο τὸ παλιὸ βιολὶ
μέσα στὴ νυχτερινὴ σιγαλιὰ τοῦ Ἀπρίλη
στὸ παλιὸ κουφάρι μου μιὰ ψυχὴ λαλεῖ
μὲ τῆς πρώτης νιότης μου τὰ δροσάτα χείλη.

Τί κι ἂν τρώει τὰ σπλάγχνα μου τὸ σαράκι; τί
κι ἂν βαδίζω ἀγύριστα χρόνο μὲ τὸν χρόνο;
Πιὸ γλυκιὰ πιὸ ὄμορφη καὶ πιὸ δυνατὴ
γίνεται ἡ ἀγάπη μου, ὅσο ἐγὼ παλιώνω.


Το Radio Art έχει αδειοδοτηθεί  από τους Ελληνικούς οργανισμούς διαχείρισης δικαιωμάτων | Autodia | EDEM Rights | GEA Music
Copyright © 2022 Radio Art | All rights reserved.